Aggelos KourtidisGraphic and Web Design / Greece
← Όλα τα άρθρα

Crews, gangs, collectives: το graffiti και η ανάγκη του «ανήκειν»

Άγγελος Κουρτίδης13 λεπτά ανάγνωσης

Η εργασία μου για το graffiti, το 2020: γιατί φτιάχνονται τα crews, πώς η ανάγκη του ανήκειν εξέλιξε το style και πώς το σύστημα κατάπιε τελικά την street art.

Ένα κείμενο που έγραψα τον Ιούνιο του 2020 για το μάθημα Θεωρία Design II στο Κολλέγιο Βακαλό, λίγο πριν τελειώσω τις σπουδές μου στη γραφιστική. Τον πλήρη τίτλο του τον κρατάω όπως ήταν: «Crews, gangs, collectives: η προβληματική του “ανήκειν” και ο ρόλος των συλλογικοτήτων στην εξέλιξη του graffiti και της street art». Το ανεβάζω εδώ σχεδόν όπως το παρέδωσα, γιατί από τους τοίχους ξεκίνησα.

Από τον τοίχο

Από την αρχή της «καριέρας» μου, ως γκραφιτάς – street artist – bomber – σαματατζής ή απλά οριακά απείθαρχος νέος που δεν υπολογίζει το μόχθο και την ιδιοκτησία του συμπολίτη του, πίστευα σε έναν κόσμο όπου όλα είναι καλό να είναι για όλους. Πίστευα πως κανείς δεν είναι αρκετά υπεύθυνος και ικανός, ώστε να θεσπίζει τους δικούς του κανόνες πάνω στο δικό μου πεδίο σκέψης, δράσης και αντίδρασης. Το στοιχείο της απαγόρευσης, ειδικά σε νεαρή ηλικία, φανερωνόταν στα μάτια μου αρκετά συχνά, τόσο από τον πυρήνα της οικογένειας όσο και από τους ευρύτερους κοινωνικούς κύκλους μου. Το σχολείο, το κολυμβητήριο, ακόμα και η αλάνα όπου παίζαμε μικροί, έθεταν τους δικούς τους ξεχωριστούς απαραβίαστους κανόνες, τους οποίους αν δεν τηρούσες, σίγουρα θα είχες να αντιμετωπίσεις τις ανάλογες επιπτώσεις.

Από την αρχή της «καριέρας» μας ως άνθρωποι, αισθανόμαστε πολλές φορές εγκλωβισμένοι και ανελεύθεροι μέσα στα κοινωνικά σύνολα όπου εντασσόμαστε, είτε αυτά είναι πεπαλαιωμένα και αρτηριοσκληρωτικά, όπως η εκκλησία, είτε είναι νεανικά, όπως η αλάνα, που όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μια μορφή «δικαίου» (όπως αυτή ορίζεται από την εκάστοτε ευρύτερη κοινωνική δομική κατάσταση) ως προς τον τρόπο λειτουργίας τους. Με λίγα λόγια, το graffiti, από προσωπική εμπειρία, ήταν το μέσο και η αφορμή παράλληλα να αποτοξινωθώ από τα πρέπει που μου επιβάλλονταν, να αισθανθώ απομακρυσμένος από τη μαζικοποίηση και να εκτονώσω τα όποια αρνητικά συναισθήματα μου είχαν δημιουργηθεί έως τότε.

Σε αυτή την εργασία, στο πλαίσιο της Θεωρίας Design II, θα ασχοληθούμε με το street art και το graffiti (λίγο) πιο ελεύθερα. Θα μας απασχολήσει η αντιδραστικότητα αυτού του είδους τέχνης απέναντι στην καπιταλιστική και διαφημιστική διαμόρφωση της εικόνας του αστικού τοπίου, αλλά και η προβληματική του «ανήκειν», καθώς και ο ρόλος των συλλογικοτήτων στην εξέλιξή του.

Υποκουλτούρες

Το πρώτο πράγμα που διερευνάται είναι η ύπαρξη, μέσω της δημιουργίας, διαφόρων κατηγοριών υποκουλτούρας, όπως αυτή συναντάται και ενυπάρχει σε διάφορες χώρες και κοινωνίες. Ο όρος υποκουλτούρα αποδίδεται αρχικά στον Alfred McClung Lee (1945). Ο Milton Gordon όμως έδωσε τον πρώτο ορισμό για την υποκουλτούρα, δύο χρόνια μετά τον McClung Lee: «[Υποκουλτούρα είναι] μια υποδιαίρεση της εθνικής κουλτούρας που συντίθεται από ένα μείγμα παραγοντικών κοινωνικών θέσεων, όπως η ταξική τοποθέτηση, το εθνοτικό υπόβαθρο, η επαρχιακή, αγροτική ή αστική διαμονή και το θρησκευτικό δόγμα, αλλά που στον συνδυασμό τους σχηματίζουν μια λειτουργική ολότητα η οποία ασκεί ενοποιημένη επίδραση στο συμμετέχον άτομο». Επιπλέον, υποστηρίζει ο Gordon, μπορούμε να διακρίνουμε «σχετικά κλειστά και συνεκτικά συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, τα οποία αναλύαμε [έως τώρα] ξεχωριστά, με τα πιο συμβατικά εργαλεία της “τάξης” και της “εθνοτικής ομάδας”».

Όσον αφορά τον Albert K. Cohen, «η έννοια της κουλτούρας αναφέρεται στη γνώση, τις πεποιθήσεις, τις αξίες, τους κώδικες, τις προτιμήσεις και τις προλήψεις, τα οποία υπάρχουν παραδοσιακά στις κοινωνικές ομάδες και τα αποκτά κανείς συμμετέχοντας σε αυτές». Όμως «η έννοια της κουλτούρας δεν περιορίζεται στους ιδιαίτερους τρόπους ζωής τέτοιων μεγάλης κλίμακας εθνικών και φυλετικών κοινωνιών. Κάθε κοινωνία διαφοροποιείται εσωτερικά σε αμέτρητες υπο-ομάδες, η καθεμία από τις οποίες διαθέτει έναν τρόπο σκέψης και πράξης χαρακτηριστικά δικό της κατά κάποιον τρόπο. Κάποιος μπορεί να αποκτήσει αυτούς τους τρόπους ζωής μόνο συμμετέχοντας σε αυτές τις υπο-ομάδες και σπάνια τους αποκτά όταν είναι νέος παρατηρητής. Αυτοί οι πολιτισμοί εντός των πολιτισμών είναι οι υποκουλτούρες».

Η ανάγκη του «ανήκειν»

Διερευνώντας έπειτα την προβληματική του ανήκειν: ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, και αυτό είναι ήδη καταγεγραμμένο από την εποχή του Αριστοτέλη): «ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος». Όμως ο άνθρωπος του τότε και του σήμερα έχει συχνά μια τάση να διαφοροποιείται, να επιθυμεί να ξεχωρίσει, να χαράξει το δικό του δρόμο και το δικό του μονοπάτι, να δραπετεύσει από τη συμπεριφορά του συνόλου και να διακριθεί ως μοναδικός. Η μοναδικότητα είναι η φυσική αντίδραση προς τη δράση της κοινωνικότητας. Το graffiti είναι η αντίδραση που επέρχεται με εξίσου φυσικό τρόπο στη δράση της μαζικής διαφήμισης και της επιβολής επιθυμιών και συναισθημάτων στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες.

Σύμφωνα με τον κοινωνικό ψυχολόγο Roy Baumeister: «Η υπόθεση πως οι άνθρωποι παρακινούνται ώστε να δημιουργούν και να διατηρούν διαπροσωπικούς δεσμούς δεν είναι φυσικά καινούργια. Ο John Donne (1975) έχει αναφερθεί σχετικά λέγοντας “Κανένας άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης” (No [person] is an island). Ο Maslow (1968) ιεράρχησε την ανάγκη για αγάπη και συντροφιά στη μέση της πυραμίδας των ανθρώπινων αναγκών. Πιο συγκεκριμένα, η ανθρώπινη ανάγκη για αλληλεπίδραση εμφανίζεται αφού ικανοποιηθούν οι ανάγκες για εύρεση τροφής, ασφάλειας και άλλων βασικών αναγκών, αλλά προηγείται της αυτοεκτίμησης και της αυτοπραγμάτωσης. Επίσης, η θεωρία προσκόλλησης του Bowlby (π.χ. 1969, 1973) διατύπωσε την ανάγκη για δημιουργία και διατήρηση σχέσεων. Η ανάγκη του ανήκειν είναι εγγενής και σχεδόν παγκόσμια στους ανθρώπους. Σε αντίθεση με τη Φροϋδική άποψη, η οποία θεωρεί τη σεξουαλικότητα και την επιθετικότητα ως τις κύριες ψυχολογικές ενορμήσεις, καθώς και σε αντίθεση με τις περισσότερες απόψεις των συμπεριφοριστών, που θεωρούσαν κάθε νεογέννητο ως tabula rasa (άγραφο πίνακα), η δική μας άποψη παρουσιάζει τον άνθρωπο ως εκ φύσεως καθοδηγούμενο να δημιουργεί και να διατηρεί σχέσεις. Επομένως, η ανάγκη του ανήκειν μπορεί να βρεθεί σε κάποιο βαθμό σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις κουλτούρες, παρόλο που κανείς θα περίμενε να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ατόμων, καθώς επίσης και πολιτιστικές και ατομικές διαφοροποιήσεις στο πώς οι άνθρωποι εκφράζουν και ικανοποιούν την ανάγκη αυτή. Αποδεικνύεται ωστόσο δύσκολο, αν όχι απίθανο, η κουλτούρα να εξαλείψει την ανάγκη του ανήκειν. Η έμφυτη αυτή ιδιότητα έχει πιθανώς μια εξελικτική βάση. Η επιθυμία να δημιουργούμε και να διατηρούμε κοινωνικούς δεσμούς φαίνεται ότι έχει οφέλη επιβίωσης και αναπαραγωγής».

Crews

Επιπλέον, είναι μια εξωτερίκευση της επιθυμίας κυρίως του νέου ανθρώπου να αλλάξει ριζικά τον προορισμό του, κόντρα στα πρέπει και στους θεσπισμένους και κοινωνικά αποδεκτούς κανόνες. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν τα crews. Αστειεύομαι φυσικά, καθώς υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που είτε εδώ δεν θα αναλυθούν είτε δεν τους γνωρίζω. Όμως, μιλώντας κυρίως από προσωπική εμπειρία, σαν νέος και εγώ, είχα την τάση να θέλω να ξεχωρίσω, και σαν άτομο και από το σύνολο, όμως αυτό, για να το κάνει κανείς μόνος του, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Χρειάζεσαι συμμάχους, και αυτοί εσένα. Οι σύμμαχοι χρειάζονται μόνο στα δύσκολα και όχι στα εύκολα: σε θέλουν και τους θέλεις μόνο για να μοιραστείτε την οποιαδήποτε ποινή, και όχι την ευημερία και την καταξίωση. Άρα, είστε συνεργοί. Κάνετε μαζί τα έργα σας, τις παραβάσεις σας και τις παραβιάσεις σας.

Συνεπώς, η παγίδα της μοναδικότητας είναι η εξής. Νομίζεις ότι φεύγεις από τη φάκα της μάζας, εντάσσεσαι όμως στην επόμενη και πιο βαθιά φάκα, ξαναλέω, στην οποία ο εγωισμός σου επεκτείνεται, ο ναρκισσισμός ανθίζει και η αντιπαλότητα αυξάνεται. Τα crews διαγωνίζονται το ένα με το άλλο, όσο οι εσωτερικές τους διαμάχες φουντώνουν, ψάχνοντας και βρίσκοντας συνεχώς αφορμές. Ελάχιστοι καταφέρνουν να ξεφύγουν, να δουν τα πράγματα με άλλο μάτι. Εάν ξεφύγεις, σίγουρα θα έχεις πάρει πολλά θετικά στοιχεία. Είναι σημαντικό να περνάμε στη μία και στην άλλη και σε άλλη μία πλευρά. Οφείλουμε να βαδίζουμε ανάμεσα στην κανονικότητα και τη μοναδικότητα, τη νομιμότητα και την παραβατικότητα, όλη μας τη ζωή, έτσι ώστε να διακρίνουμε τα σωστά και τα λάθη της καθεμίας. Μόνο έτσι θα ξεφύγουμε από οποιαδήποτε παγιωμένη στάση και δόγμα, και θα μπορέσουμε να εξυψώσουμε το νου και το πνεύμα.

Η επαναστατική διάθεση του ατόμου, η επιθυμία του να ξεχωρίσει και να διαφοροποιηθεί, επιβάλλει την ανάγκη συνεύρεσης συμπορευόμενων ατόμων, συνεργών. Πρέπει το μήνυμα να μεταδοθεί πάση θυσία, όμως ο παραλήπτης είναι άγνωστος. Διεύθυνση συγκεκριμένη δεν υπάρχει, οπότε ο μόνος τρόπος είναι η δημοσιοποίησή του. Έτσι, ο μόνος διαθέσιμος δημόσιος χώρος είναι τα τείχη των μεγαλουπόλεων. Η ανάγκη των crews να επικοινωνήσουν διαμόρφωσε καταλυτικά το graffiti όλα αυτά τα χρόνια, καθώς η εξάπλωσή του πραγματοποιήθηκε με ραγδαίο ρυθμό και κάλυψε τις πόλεις από άκρη σε άκρη, στην προσπάθεια αναζήτησης μελών και επιβεβαίωσης.

Η δημόσια γραφή

Κατά τον Αβραμίδη, «η δημόσια (επι)γραφή δεν είναι ούτε κάτι σύγχρονο ούτε κάτι πρωτότυπο. Η ιστορία της δημόσιας γραφής είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία του ανθρώπου. Ήδη από τις σπηλιές, με τις αρχέγονες αναπαραστάσεις ανθρώπων και ζώων, αργότερα στην αρχαία πόλη, με τη γραφή στα κτίρια, μέχρι και σήμερα στη σύγχρονη μεγαλούπολη, με τα graffiti, υπάρχουν ίχνη που αποδεικνύουν την έμφυτη τάση του ανθρώπου να επεμβαίνει στο περιβάλλον του, σε μια προσπάθεια άλλοτε να το οικειοποιηθεί, άλλοτε να το προσωποποιήσει ή ακόμη και να το οριοθετήσει. Ανέκαθεν ο άνθρωπος ένιωθε την ανάγκη να εκφραστεί και να αφήσει σημάδια της ύπαρξής του. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πιο πολύπλοκα όταν ο άνθρωπος ξεκίνησε να διαμορφώνει πρώιμους πολιτισμούς, γιατί τα ίχνη αυτά, από σημάδια ατομικής ύπαρξης, άρχισαν να εκφράζουν πολιτισμικά χαρακτηριστικά, να μεταφέρουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Με τη γέννηση των κοινωνιών, αυτές οι πληροφορίες, αναπαραστατικές, κωδικοποιημένες ή μη, ή σαν γλώσσα, μετέφεραν μηνύματα που ενδιέφεραν παραπάνω, γιατί “μιλούσαν” για κάτι: ήταν ξάφνου εργαλεία επικοινωνίας».

Ο όρος graffiti περιλαμβάνει υποόρους, κατηγορίες. Δεν είναι κάτι απόλυτο: το graffiti χωρίζεται στα παρακάτω είδη. Σύμφωνα με τη Susan Phillips, αναγνωρίζονται ξεκάθαρα δύο διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες, που πρέπει να σημειωθούν για να γίνει πιο κατανοητός ο όρος: το «λαϊκό-κοινό (popular) graffiti» και το «κοινοτικό (community-based) graffiti», που «διαφέρουν τόσο στο περιεχόμενο όσο και στο προτεινόμενο κοινό». Όπως συνεχίζει να περιγράφει ο Αβραμίδης, «είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, παρόλο που αυτοί οι τύποι του graffiti διαφέρουν στο πεδίο ορισμού τους, αμφότεροι μοιράζονται την ίδια αρένα: το δημόσιο χώρο. Το “λαϊκό-κοινό graffiti”, δηλαδή το graffiti του καθημερινού ανθρώπου, ορίζεται από την Phillips ως τα καθημερινά πράγματα: τα σπιρτόζικα σχόλια, τα φαλλικά σύμβολα, τα αστεία, οι δηλώσεις αγάπης ή μίσους και τα τόσα μα τόσα “ο τάδε ήταν εδώ”. Το “λέγομαι τάδε και υπάρχω”, αυτή η διαφήμιση της ύπαρξης μέσω του ονόματος, είναι καταστατικό στοιχείο, αν όχι ο μόνος λόγος ύπαρξης, των graffiti που συνάντησε στο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη ο Jean Baudrillard. Βέβαια, υπάρχουν πολλά που αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Τα ποδοσφαιρικά συνθήματα, για παράδειγμα, θεωρούνται από τη μεγαλύτερη μερίδα του αστικού πληθυσμού ως αισθητικός θόρυβος ή αντίδραση χωρίς νόημα. Ο οπαδός γράφει ένα σύνθημα ενάντια στην αντίπαλη ομάδα, ενώ ταυτόχρονα κάνει αισθητή την παρουσία του στο δημόσιο χώρο. Όμως το “με λένε τάδε και είμαι τάδε ομάδα” ή το “ο τάδε ήταν εδώ”, που είναι χαρακτηριστικό της γραφής των writers, είναι κεφαλαιώδους σημασίας στην αστική εικονογραφία και συνθηματογραφία, όπως επίσης και οι βωμολοχίες σεξουαλικού περιεχομένου.

Οι τελευταίες θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό η γλώσσα των καταπιεσμένων και, σαν τέτοια, έχουν μια φυσική συγγένεια με την εναντίωση, τη διαμαρτυρία, την άρνηση. Ο Herbert Marcuse θεωρεί ότι η συνήθης αισχρολογία και η υποτιθέμενη πολιτική δύναμη του συνθήματος είναι αναποτελεσματική, συμπληρώνοντας ότι “η τυποποιημένη αισχρολογία είναι κατασταλτική αποεξύψωση: εύκολη ικανοποίηση της επιθετικότητας”. Πιστεύει ότι με αυτού του τύπου τον εξευτελισμό της σεξουαλικότητας, ο ριζοσπάστης φαίνεται να τιμωρεί τον εαυτό του για την έλλειψη δύναμης, με αποτέλεσμα η γλώσσα του να χάνει την επιθυμητή πολιτική επίδραση. Αυτό το είδος graffiti είναι γενικά γραμμένο σε διεθνή γλώσσα, έτσι ώστε να μπορούν όλοι να το καταλάβουν και να συμμετέχουν στο “χιούμορ” του ή να απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο. Όλοι, λίγο έως πολύ, συναντούν απρόσμενα αυτού του είδους το graffiti στην καθημερινή τους ζωή. Η Phillips συνεχίζει και παρουσιάζει τη δεύτερη κατηγορία graffiti, που μάλλον ταιριάζει περισσότερο στη στερεοτυπική εικόνα αυτού του εκφραστικού μέσου, το “κοινοτικό graffiti”, το οποίο παράγεται από και για κοινότητες ατόμων που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα. Σε αυτό εντοπίζει τρεις υποκατηγορίες: το πολιτικό (political), το συμμοριακό (gang) και το hip hop graffiti».

Η εσωτερική ανάγκη του ανήκειν διαμόρφωσε το graffiti. Μέσα από την αντιπαλότητα και τη διαμάχη ανάμεσα στα crews και τις συλλογικότητες που συνυπήρχαν στο ίδιο γεωγραφικό μήκος και πλάτος, γεννήθηκε ένας υγιής εικαστικός ανταγωνισμός. Το κάθε crew προσπαθούσε να κάνει το πιο ωραίο graffiti της γειτονιάς ή της πόλης ή της χώρας, όλα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, και έτσι το style εξελισσόταν. Το κάθε crew ήθελε να δει το όνομά του να ταξιδεύει και να αποτυπώνεται σε μεγαλύτερη εμβέλεια, είτε βάφοντας τρένα είτε ταξιδεύοντας τη χώρα ή την ήπειρο για να αφήσει το στίγμα του, το ίδιο και τα υπόλοιπα crews. Το graffiti λοιπόν εξαπλώθηκε.

Το crew NKMS μπροστά σε μεγάλο ασπρόμαυρο graffiti με τα γράμματα NKMS σε τοίχο αποθήκης στο Λουτράκι, 2013
NKMS Crew, Λουτράκι, 2013

Όταν το σύστημα τα αγοράζει

Μετά το 1980 η τάση αλλάζει. Οι διαδηλώσεις δεν εξυπηρετούν σε τίποτα. Οι συγκρούσεις σε εξαντλούν. Το σύστημα ενεργεί πάντα με ακαριαία αποτελεσματικότητα. Αφού δεν καταφέραμε να το νικήσουμε, γινόμαστε μέρος του εχθρού. Μετά τα 30 πρέπει να πληρώνουμε εμείς τους λογαριασμούς. Πώς καταλήξαμε εργασιομανείς, γιάπηδες, κοινωνικά πρότυπα, δεν έχω ιδέα. […] Τα ιδανικά μας έγιναν προϊόντα της αγοράς. Αυτό που για μας ήταν under[ground], τώρα είναι pop. […] Τώρα είμαστε όλοι μέρος της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης. […] Το τέλος της ιστορίας, ξεπερασμένες πόλεις, καταρρακωμένοι θεσμοί, το μισό περιβάλλον υποβαθμισμένο, κλίμα τρελαμένο… Τη γαλήνη που δε βρήκαμε έξω ψάχνουμε να τη βρούμε μέσα μας. Με την αντικουλτούρα έγινε ό,τι γίνεται πάντα με τις καινούριες ιδέες: το σύστημα αρχικά τις περιπαίζει, μετά τις αντιμάχεται και τελικά υιοθετεί όσα σκέφτονται όλοι οι άνθρωποι. Το μέσα και το έξω δε διαφέρουν σε τίποτα πια. Όλα είναι μέρος του συστήματος. (Juan Carlos Kreimer, Αντικουλτούρα)

Όση αντίδραση κι αν προέβαλαν οι κοινωνικές ομάδες που αντιπαραβάλλονταν με την κεντρική δομή της κοινωνίας, το σύστημα ήταν και είναι πάντα εκεί για να υπερκαλύψει, να καταπιεί, να αφομοιώσει και να μεταλλάξει όλες τις αντίθετες φωνές, και εντέλει να τις καρπωθεί, να τις εμπορικοποιήσει και να κερδίσει μέσα από αυτές. Το παράνομο graffiti έγινε νόμιμη street art, γέμισε τους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους της πόλης με έργα επί πληρωμή, που κάλυπταν τα παράνομα κάτω από αυτά.

Οι πρώην παράνομοι καλλιτέχνες, που κατείχαν τις τεχνικές και τις γνώσεις μέσα από τις χρόνιες παράνομες δραστηριότητές τους, αποφάσισαν σταδιακά να γίνουν μέρος αυτής της «καινούριας» κουλτούρας. Στην αρχή το αντιμετώπισαν ίσως με δυσπιστία, ίσως και με φοβικές τάσεις, καθώς δεν είχαν συνηθίσει να συμβαδίζουν με το νόμο, και ο βασικός φόβος τους ήταν μήπως έχαναν την έως τότε αυθεντικότητά τους. Στη μέση μπαίνει πάντοτε και το βιοποριστικό κομμάτι, καθώς ο άνθρωπος για να ζήσει πρέπει να τραφεί, και για να τραφεί πρέπει να φάει. Οπότε, όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες άρχισαν να συρρέουν, ο ένας μετά τον άλλο, στο κίνημα της street art, αναλαμβάνοντας έργα επί πληρωμή. Η αγάπη που άρχισε να τρέφει ο κόσμος για το πρόσωπό τους ήταν κι αυτή ένα τεράστιο κίνητρο, αυτό της αποδοχής και της δημοφιλίας.

Το τραγούδι του Γέλωτα με τους Άγνωστους Γνωστούς και τη Σκοτεινή Πλευρά έμεινε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας του ελληνικού, και όχι μόνο, graffiti, και του bombing συγκεκριμένα:

Τόσα χρόνια δίνουν χρώμα
σ’ όποια πόλη ίδια βρώμα,
όπως κι αν το πεις, είναι τέχνη, δεν αλλάζει φόρμα!
ό,τι είναι παράνομο διαφέρει, το φοβούνται,
βανδαλισμός στην πόλη μας, όταν αυτοί κοιμούνται!
(Γέλως, beat DJ Land Roland, scratches Kebzer)

Ασπρόμαυρο graffiti με τα γράμματα NKMS σε φθαρμένο τοίχο, με αστέρι στα αριστερά
Κομμάτι NKMS

Έτσι, αφού συνέβαλαν στην εξέλιξη του graffiti, σιγά σιγά και λόγω της εμπορικοποίησης του αντικειμένου, τα crews εξαφανίστηκαν. Ο κάθε καλλιτέχνης, μέρος ενός crew, έγινε ιδιώτης, γιατί είναι δύσκολο να μοιράζεσαι το χρήμα.

Το σύστημα πέτυχε να διαλύσει ό,τι φοβάται, όπως κάνει πάντα.

Άγγελος Κουρτίδης, Ιούνιος 2020, Nakama Headquarters.

Πηγές

  • Ιωάννης Ν. Κολοβός, Νεανικές υποκουλτούρες και συγκρότηση κοινωνικής ταυτότητας: Η περίπτωση των πανκ στην Αθήνα, 1979-2013, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, 2013.
  • W. D. Ross (επιμ.), Aristotelis Politica, Clarendon Press, Οξφόρδη 1957, ανατύπωση 1964.
  • R. F. Baumeister και M. R. Leary, The need to belong: Desire for interpersonal attachments as a fundamental human motivation, Psychological Bulletin, 117(3), 497-529, 1995.
  • Κωνσταντίνος Αβραμίδης, Graffiti, υποκουλτούρα: Η σημασία του χώρου στο δρόμο προς τη φήμη, πτυχιακή εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2006.
  • Susan A. Phillips, Wallbangin’: Graffiti and Gangs in L.A., University of Chicago Press, Σικάγο 1999.
  • Juan Carlos Kreimer, Αντικουλτούρα: Τα «κακά» παιδιά, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2007, σελ. 187.
  • Γέλως, στίχοι και ερμηνεία, beat DJ Land Roland, scratches Kebzer, στο YouTube.
Θέλετε κάτι αντίστοιχο για τη δική σας επιχείρηση;Ξεκινήστε ένα έργο →
Έχετε κάτι στο μυαλό σας;

Πείτε μου τι θέλετε να σχεδιάσετε.

Ζητήστε προσφορά →